andere
ändern
αλλάζω, αλλάσσω, μεταβάλλω,...
{
change
}
αλλάζω, ματαβάλλω, μεταποιώ, μετατρέπω,...
{
alter
}
τροποποιώ, μεταρρυθμίζω, μετασχηματίζω
{
modify
}
διορθώ, διορθώνω, τροποποιώ
{
amend
}
αντιστρέφω, ακυρώ, αναιρώ
{
reverse
}
υβρίζω, ονειδίζω, αναθεωρώ
{
revise
}
ander
άλλος, έτερος, άλλο ένα
{
another
}
andere