ammoniac
Babylon English-GreekDownload this dictionary
ammoniac
επίθ. αμμωνιακός

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Αμμωνία
Η αμμωνία είναι χημική ένωση ατόμων υδρογόνου και αζώτου (NH3).

Η αμμωνία είναι αέριο, άχρωμο, με αποπνικτική μυρωδιά που προκαλεί δάκρυα. Είναι ελαφρότερη από τον αέρα. Διαλύεται σε μεγάλες ποσότητες στο νερό με το οποίο μάλιστα αντιδρά. Υγροποιείται εύκολα στη συνηθισμένη θερμοκρασία και μάλιστα με μικρή πίεση. Επειδή εύκολα υγροποιείται και έχει μεγάλη θερμότητα εξαέρωσης, χρησιμοποιείται στα ψυγεία και στην παρασκευή πάγου. Είναι δηλητήριο και μπορεί να προκαλέσει, όταν εισπνέεται, ακόμη και θάνατο. Εάν εξεταστεί χημικά η αμμωνία συμπεριφέρεται σαν ασθενής βάση και σαν ήπιο αναγωγικό μέσο. Τις βασικές ιδιότητες που έχει τις οφείλει στην ηλεκτρονική της δομή. Όταν τη θερμάνουμε πολύ διασπάται στα στοιχεία της. Καίγεται στο καθαρό οξυγόνο, όχι στον αέρα, ενώ δε συντελεί στην καύση. Όταν τη θερμάνουμε πολύ σε ρεύμα αέρα και υπάρχει καταλύτης σπογγώδης λευκόχρυσος, μας δίνει μονοξείδιο του αζώτου. Με το χλώριο και το βρώμιο οξειδώνεται προς άζωτο. Η αμμωνία αντιδρά με μέταλλα και με τα μεν αλκάλια σχηματίζει τα αμίδια με άλλα δε μέταλλα σχηματίζει τα νιτρίδια.


Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...


© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU
English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
ammoniac
(Lex). αμμωνιακός

Tapsis English Greek dictionaryDownload this dictionary
ammoniac
αμμωνιακός

English- Greek Online DictionaryDownload this dictionary
ammoniac
αμμωνιακός


| ammoniac in English | ammoniac in French | ammoniac in Italian | ammoniac in Spanish | ammoniac in Dutch | ammoniac in Portuguese | ammoniac in German | ammoniac in Russian | ammoniac in Japanese | ammoniac in Korean | ammoniac in Turkish | ammoniac in Hebrew | ammoniac in Arabic | ammoniac in Thai | ammoniac in Polish | ammoniac in Hungarian | ammoniac in Latvian | ammoniac in Catalan | ammoniac in Croatian | ammoniac in Serbian | ammoniac in Urdu | ammoniac in Bulgarian | ammoniac in Danish | ammoniac in Finnish | ammoniac in Norwegian | ammoniac in Romanian | ammoniac in Swedish | ammoniac in Farsi | ammoniac in Indonesian | ammoniac in Vietnamese | ammoniac in Malay