alma mater
το πανεπηστήμιον όπου εσπούδασε τις
alma mater
(Latin). κατά λέξη, η τροφός μητέρα· προσδιορισμός που συχνά οι Λατίνοι ποιητές απέδιδαν στη Δήμητρα, την Κυβέλη κ.ά. Η φρ. μτφ. για κάποιον ή κάτι που παρέχει τροφή και φροντίδα | (μτφ.) για πανεπιστημιακή σχολή ή σχολείο.
alma mater
το πανεπιστήμιο ή το κολλέγιο που σπούδασε κάποιος