al
εις, προς, μέχρι, για
{
to
}
εν, εις, κατά, στο, στη, στον
{
at
}
εν, εις, σε, εντός, μέσα
{
in
}
επί, επάνω, εις, προς, κατά, εμπρός
{
on
}
για, υπέρ, διά, ένεκα, χάριν, εις, επί,...
{
for
}
Allee (die)
λεωφόρος με χλόην ή δένδρα εις τα άκρα...
{
parkway
}
alle
όλος, όλη, όλο, όλοι, όλες, όλα, πας,...
{
all
}
alle
όλος, όλη, όλο, όλοι, όλες, όλα, πας,...
{
all
}
allee
aller
πηγαίνω, υπάγω, πάω
{
go
}
κουνιέμαι, μετακινώ, μετατοπίζω,...
{
move
}
περνώ, διαβαίνω, υπερβαίνω, επιψηφίζω
{
pass
}
aller
πάω, πηγαίνω, χωρώ