alight

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
alight
επίθ. αναμμένος, λάμπων, ανημμένος
 
ρήμ. αφιππεύω, προσγειώνομαι, προσθαλασσόνομαι


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
alight
(Lex). κατεβαίνω, αναμμένος


Tapsis English Greek dictionaryDownload this dictionary
alight
κατεβαίνω, αναμμένος

English- Greek Online DictionaryDownload this dictionary
alight
κατεβαίνω, αναμμένος

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Φωτιά
Η φωτιά, ή η πυρά ή το πυρ (του πυρός) χαρακτηρίζεται γενικά το φαινόμενο της ανάφλεξης ενός υλικού που αναγνωρίζεται από την σημαντική έκκληση θερμότητας και της παρουσίας φλόγας, (όχι όμως και πάντοτε απαραίτητη).Η φωτιά δεν είναι κατάσταση της ύλης, αλλά στάδιο μετατροπής της. Είναι μια εξωθερμική χημική αντίδραση που συνοδεύεται από έντονη θερμότητα ή οποία εκλύεται κατά τη διάρκεια της γρήγορης οξείδωσης ενός υλικού.Ένα υλικό που "αρπάζει" εύκολα φωτιά ονομάζεται εύφλεκτο υλικό. Αν ένα εύφλεκτο υλικό χρησιμοποιείται για τη παραγωγή καύσης, τότε αυτό χαρακτηρίζεται καύσιμο. Μια φωτιά ξεκινάει όταν ένα εύφλεκτο ή καύσιμο υλικό, με την παρουσία οξυγόνου ή κάποιου άλλου οξειδωτικού παράγοντα, βρεθεί σε κατάλληλη θερμοκρασία. Αυτή η κατάλληλη θερμοκρασία ονομάζεται θερμοκρασία ανάφλεξης ή σημείο ανάφλεξης, που είναι διαφορετικό για κάθε υλικό. Συνήθεις πηγές θερμότητας μπορεί να είναι μια σπίθα, κάποια άλλη φωτιά (για παράδειγμα μια έκρηξη, η φωτιά του φούρνου ή του τζακιού, ένα αναμμένο σπίρτο ή τσιγάρο) και πηγές έντονης θερμικής ακτινοβολίας (όπως ο ήλιος και οι λαμπτήρες πυρακτώσεως).
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define alight

Translate alight





alight in Chinese | | alight in English | alight in French | alight in Italian | alight in Spanish | alight in Dutch | alight in Portuguese | alight in German | alight in Russian | alight in Japanese | alight in Korean | alight in Turkish | alight in Hebrew | alight in Arabic | alight in Croatian | alight in Serbian | alight in Swedish