album


Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!

BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
album
ουσ. άλμπουμ, λεύκωμα


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
album
(Lex). δίσκος μεγάλης διάρκειας, δίσκος, λεύκωμα


Tapsis English Greek dictionaryDownload this dictionary
album
δίσκος μεγάλης διάρκειας, λεύκωμα, δίσκος

English- Greek Online DictionaryDownload this dictionary
album
δίσκος μεγάλης διάρκειας, λεύκωμα, δίσκος

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Άλμπουμ
'Ενα άλμπουμ (αγγλ. album) ή αλλιώς Μουσική συλλογή ονομάζεται ένα σύνολο μουσικών κομματιών που είναι καταγραμμένα στο ίδιο μέσο (δίσκο βινυλίου, δίσκο γραμμοφώνου, CD ή κασσέτα) και πωλούνται σε αυτή τη συσκευασία στο κοινό. Τα κόμμάτια αυτά μπορεί να είναι του ίδιου συνθέτη ή ερμηνευτή, ενός μουσικού συγκροτήματος ή ένα σύνολο κομματιών με κοινή θεματολογία ή μοτίβο. Εξαιρέσεις αποτελούν οι συλλογές που περιέχουν κομμάτια που συνετέθηκαν ή ηχοργαφήθηκαν την ίδια χρονική περίοδο.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define album

Translate album




album in Chinese | | album in English | album in French | album in Italian | album in Spanish | album in Dutch | album in Portuguese | album in German | album in Russian | album in Japanese | album in Korean | album in Turkish | album in Hebrew | album in Arabic | album in Croatian | album in Serbian | album in Swedish