album
ουσ.
άλμπουμ, λεύκωμα
album
(Lex). δίσκος μεγάλης διάρκειας, δίσκος, λεύκωμα
album
δίσκος μεγάλης διάρκειας, λεύκωμα, δίσκος
album
δίσκος μεγάλης διάρκειας, λεύκωμα, δίσκος
Άλμπουμ
'Ενα άλμπουμ (
αγγλ. album) ή αλλιώς Μουσική συλλογή ονομάζεται ένα σύνολο μουσικών κομματιών που είναι καταγραμμένα στο ίδιο μέσο (δίσκο βινυλίου, δίσκο γραμμοφώνου,
CD ή κασσέτα) και πωλούνται σε αυτή τη συσκευασία στο κοινό. Τα κόμμάτια αυτά μπορεί να είναι του ίδιου συνθέτη ή ερμηνευτή, ενός μουσικού συγκροτήματος ή ένα σύνολο κομματιών με κοινή θεματολογία ή μοτίβο. Εξαιρέσεις αποτελούν οι συλλογές που περιέχουν κομμάτια που συνετέθηκαν ή ηχοργαφήθηκαν την ίδια χρονική περίοδο.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...