agente
συντελεστής, παράγων [αριθμ.], αγών,...
{
agent
}
παράγοντας, πράκτορας, μεσίτης,...
{
factor
}
agente
agente (m/f)
συντελεστής, παράγων [αριθμ.], αγών,...
{
agent
}
χειριστής, διαχειριστής, επιχειρηματίας,...
{
operator
}
παράγοντας, πράκτορας, μεσίτης,...
{
factor
}
agente (m)
συντελεστής, παράγων [αριθμ.], αγών,...
{
agent
}
παράγοντας, πράκτορας, μεσίτης,...
{
factor
}
αξιωματικός, αξιοματούχος, λειτουργός,...
{
officer
}
agire
κάνω εγχείρηση, εργάζομαι, χειρίζομαι,...
{
operate
}
κάμνω, κάνω, πράττω, ποιώ, εκτελώ
{
do
}
συμπεριφέρομαι, μεταχειρίζομαι,...
{
behave
}
agente