afzonderlijk
ανύπανδρος, μόνος, χωριστός, άγαμος,...
{
single
}
ευκρινής, ευδιάκριτος, ξεχωριστός, σαφής
{
distinct
}
μοναδικός, ανεπανάληπτος
{
unique
}
ειδικός, συγκεκριμένος, ιδιαίτερος
{
specific
}
afzonderlijk
χωριστά
25a χώρια
παράμερα
-
zij slapen in afzonderlijke bedden
κοιμούνται σε χωριστά κρεβάτια