afzetten
ανταλλάσσω, συναλλάσσομαι, εμπορεύομαι
{
trade
}
χασομερώ, εξαπατώ, ξεγελώ
{
diddle
}
οροθετώ, καθορίζω τα όρια
{
delimit
}
διαγράφω, σκιαγραφώ, περιγράφω, σκιτσάρω
{
delineate
}
κόβω, τέμνω, χαράσσω, κόπτω
{
cut
}
μετακινώ, μετακομίζω, βγάζω, μεταφέρω,...
{
remove
}
afzet (de)
πώληση, εκπτώσεις, ευκαιρία, πώλησις
{
sale
}
afzetten
βγάζω, έβγαλα
-
το δέντρο βγάζει φύλλα.
de boom krijgt bladeren.
bedriegen
γελάω, γέλασα
ξεγελώ, ξεγέλασα
-
bedrogen worden/zijn
γελιέμαι, γελάστηκα
-
με γέλασε.
hij bedroog mij.
-
γελαστήκαμε!!
we werden bedrogen!!
omheinen
φράζω, έφραξα
περιφράζω, περίφραξα
-
omheind worden/zijn
φράζομαι, φράχτηκα