afwijken
παρεκκλίνω, εκτρέπω, αποστρακίζω,...
{
deflect
}
αποκλίνω, απομακρύνομαι, διίσταμαι
{
diverge
}
διασκέδαση, εκτροπή, αντιπερισπασμός,...
{
diversion
}
afwijken
εξαιρoύμαι, εξαιρήθηκα
verschillen
διαφέρω, διέφερα
-
Andreas verschilt veel met zijn zus
Andreas lijkt helemaal niet op zijn zus
ο Ανδρέας διαφέρει πολύ από την αδερφή του
-
de meningen verschillen voor dat thema
οι γνώμες διαφέρουν σ΄αυτό το θέμα