afsluiten
αποκόπτω, απομονώνω, διακόπτω
{
cut off
}
κλειδώνω, κρατιούμαι, φυλακίζομαι
{
lock up
}
κλείνω, περατώνω, κλείω
{
close
}
εμποδίζω, κωλύω, φράσσω, παρεμποδίζω,...
{
block
}
κωλυσιεργώ, αποφράζω, παρακωλύω, φράζω,...
{
obstruct
}
afsluiten
κλειδώvω, κλείδωσα
34-
afgesloten worden/zijn
κλειδώvομαι, κλειδώθηκα
34
omheinen
φράζω, έφραξα
περιφράζω, περίφραξα
-
omheind worden/zijn
φράζομαι, φράχτηκα