afscheid (het)
χωρισμός, αποχωρισμός, χωρίστρα, χώρισμα
{
parting
}
afscheiden
ξεχωρίζω, χωρίζω, διαχωρίζω,...
{
separate
}
χωρίζω, χωρίζομαι
{
part
}
μοιράζω, χωρίζω, διανέμω, διαιρώ, διχάζω
{
divide
}
εκχύνω, εκκρίνω
{
exude
}
afscheid
afscheid nemen van
απoχαιρετώ, απoχαιρέτησα