afnemen
ελαττώνω, μειώ, μειώνω, ελαττύ,...
{
decrease
}
αρνούμαι, κλίνω γραμματική, εκκλίνω,...
{
decline
}
ελαττώνω, μειώ, μειώνω, μειούμαι
{
lessen
}
μειώνω, ελαττώνω, υποχωρώ, κοπάζω,...
{
abate
}
μετακινώ, μετακομίζω, βγάζω, μεταφέρω,...
{
remove
}
afnemen
afzetten
βγάζω, έβγαλα
-
το δέντρο βγάζει φύλλα.
de boom krijgt bladeren.
slinken
λιγοστεύω, λιγόστεψα
verminderen
μειώvω, μείωσα
34 -
λιγοστεύω, λιγόστεψα
35a je moet het roken verminderen!
πρέπει να λιγοστέψεις το κάπνισμα