afdeling (de)
τμήμα, διαμέρισμα, υπηρεσία, κλάδος,...
{
department
}
κλάδος, διακλάδωση, υποκατάστημα
{
branch
}
διαίρεση, μοίρασια, διχασμός,...
{
division
}
απόσπασμα, απόσπαση, αποσύνδεση,...
{
detachment
}
πτέρυγα, τμήμα πόλεως, κηδεμονευόμενος,...
{
ward
}
κελί, κελλίο, οικίσκος, κύτταρο,...
{
cell
}
ειδικό χαρακτηριστικό, ειδικότητα,...
{
speciality
}
afdeling