afdalen
κατεβαίνω, κατάγομαι, φθίνω, κατέρχομαι
{
descend
}
αρνούμαι, κλίνω γραμματική, εκκλίνω,...
{
decline
}
υποβιβάζω, χαμηλώνω, καταβιβάζω
{
lower
}
afdalen
naar beneden gaan
κατεβαίvω, κατέβηκα
dalen
κατεβαίνω, κατέβηκα
37-
κατέβα κάτω!!
kom naar beneden!!
-
οι τιμές κατέβηκαν.
de prijzen zijn gedaald.