Adresse (die)
τοποθεσία, τοποθέτηση, εύρεση
{
location
}
διάλεξη, παράδοση, επίπληξη, νουθεσία,...
{
lecture
}
λόγος, ομιλία, λαλιά, φωνή
{
speech
}
adresse (f)
επιτηδειότης, επιτηδειότητα,...
{
deftness
}
επιδεξιότητα, επιδεξιότης, επιτηδειότης,...
{
skill
}
επιδεξιότης, επιδεξιότητα, ευφυία,...
{
cleverness
}
πάστρα, καθαριότης, καθαριότητα,...
{
neatness
}
adresser
απευθύνω, απευθύνομαι, διευθύνω,...
{
address
}
διευθύνω, απευθύνω, κατευθύνω, δείχνω
{
direct
}
σκοπεύω, εννοώ, σημαίνω
{
mean
}
adresser
απευθύνω
une adresse
διεύθυνση (η), επιδεξιότητα (η)