address
ρήμ.
απευθύνω, απευθύνομαι, διευθύνω, προσφωνώ
ουσ.
διεύθυνση, προσφώνηση
Address
(comp). Ο τόπος που βρίσκεται μια πηγή του Internet. Μια e-mail address μπορεί να έχει την εξής μορφή http:joeschmoe@somecompany.com. Μια web address είναι κάπως έτσι ://www.squareonetech.com.
address
(Lex). διεύθυνση, απευθύνω τον λόγο σε, απευθύνω
address
Ουσ. διεύθυνση, //
προσφώνηση, //
αγόρευση, ομιλία//
συμπεριφορά,//
δεξιότητα//
φιλοφρόνηση
Ρημ. απευθύνω, στρέφομαι, //
στέλνω,//
αποκαλώ, προσφωνώ
address
διεύθυνση, αγόρευση
απευθύνω τον λόγο σε
address
διεύθυνση, απευθύνω τον λόγο σε, απευθύνω