achten
εκτιμώ, υπολήπτομαι
{
esteem
}
ächten
προγράφω, θέτω εκτός νόμου, επικηρύσσω
{
outlaw
}
Acht (die)
achten
θεωρώ, εξετάζω, λαμβάνω υπ' όψιν,...
{
consider
}
θεωρώ, υπολήπτομαι, αφορώ
{
regard
}
λογαριάζω, εκτιμώ, νομίζω, υπολογίζω
{
reckon
}
εκτιμώ, υπολήπτομαι
{
esteem
}
beoordelen
κρίνω, έκρινα
34 -
beoordeeld worden/zijn
κρίνομαι, κρίθηκα
34 -
ο δικαστής δεν έκρινε σωστά.
de rechter oordeelde niet juist.
-
τον έχουν κρίνει ένοχο.
ze achten hem schuldig.
-
δεν είναι δική μου δουλειά να σε κρίνω.
het is niet mijn werk om je te beoordelen.