Acht (die)
achten
εκτιμώ, υπολήπτομαι
{
esteem
}
ächten
προγράφω, θέτω εκτός νόμου, επικηρύσσω
{
outlaw
}
acht
περίθαλψη, προσοχή, σκοτούρα, φροντίδα,...
{
care
}
achten
θεωρώ, εξετάζω, λαμβάνω υπ' όψιν,...
{
consider
}
θεωρώ, υπολήπτομαι, αφορώ
{
regard
}
λογαριάζω, εκτιμώ, νομίζω, υπολογίζω
{
reckon
}
εκτιμώ, υπολήπτομαι
{
esteem
}
acht
οχτώ (8)
-
in acht nemen (respecteren)
σέβoμαι, σεβάστηκα