accounting
ουσ.
λογιστική
επίθ.
λογιστικός
account
ρήμ.
λογαριάζω, δίδω λογαριασμόν
accounting
(Lex). λογιστική, Λογαριασμός
accounting
Ουσ. λογιστική
account
Ουσ. λογαριασμός, υπολογισμός, απολογισμός//
αξία//
αφήγηση, έκθεση, αφήγηση, περιγραφή//
λογιστής//
λογοδοσία
Ρημ. θεωρώ , κρίνω//
λογοδοτώ, δίνω λόγο , εξηγώ
accounting
λογιστική
account
σημασία, αναφορά, απολογισμός, έκθεση, περιγραφή, αφήγηση, λογαριασμός, αιτία, λόγος, αξία, θεωρώ