AC
100 τετραγωνικά μέτρα, στρέμμα
{
acre
}
accrescere
αυξάνω, επαυξάνω, πληθαίνω, πληθύνω,...
{
increase
}
υψώ, υψούμαι, αυξάνω, υψώνω
{
heighten
}
Ac (Actinium)
actinium (het)
aç
νηστικός, πεινών, πεινασμένος, πειναλέος
{
hungry
}
λαίμαργος, αδηφάγος, αρπακτικός,...
{
ravenous
}
άπληστος, πλεονέκτης, αχόρταγος,...
{
greedy
}
κοίλος, κούφιος, απατηλός, κοιλότης,...
{
hollow
}
açmak
ανοίγω, ανοίγομαι
{
open
}
εκτυλίσσω, ξεδιπλώνω
{
unwrap
}
καθαρίζω, αθωώνω
{
clear
}
διαστέλλω, εξαπλώνω, εξαπλώνομαι
{
expand
}
ξεδιπλώνω, αποκαλύπτω, αναπτύσσω
{
unfold
}
ξεδιπλώνω, αναπτύσω
{
unfurl
}
ξεκάνω, λύω, ξεκουμπώνω, καταστρέφω
{
undo
}
οξύνω, ακονίζω, τροχίζω
{
sharpen
}
ακονίζω, τροχίζω, ερεθίζω
{
whet
}