abiding
επίθ.
αμετάβλητος, μένων, τηρών, μόνιμος, διαρκής, σταθερός
abide
ρήμ.
παραμένω πιστός, εμμένω, περιμένω, αναμένω, αντέχω, διαμένω, αντιμετωπίζω ευθάρσως, συμμορφώνομαι, υπακούω, υποτάσσομαι, μένω, κατοικώ
abiding
(Lex**) να τηρήσει
abiding
Επιθ. διαρκής , σταθερός, μακροχρόνιος
Ουσ. το να κατοικείς κάπου
abide
Ρημ. τηρώ, συμφωνώ , εμμένω , //
μένω, διαμένω//
αντέχω, υποφέρω , ανέχομαι. //
περιμένω.