abbey
Babylon English-GreekDownload this dictionary
abbey
ουσ. μονή, μοναστήρι, ηγουμενείο, αββατείο, αβαείο

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Αββαείο
Το Αββαείο ("Abbey" στην αγγλική) είναι ένα αντρικό ή γυναικείο Χριστιανικό μοναστήρι της εκκλησίας της Δύσης. Αρχικά σήμαινε την κατοικία του Ηγουμένου, δηλαδή του Αββά κατά τη Δυτική ορολογία. Αργότερα όμως επεκράτησε να ονομάζεται έτσι ολόκληρη η Μονή.

Η εξέλιξη των Ιερών Μονών στη Δύση επηρεάστηκε από την επίδραση του φεουδαρχικού συστήματος. Έτσι τα Αββαεία περιήλθαν κατ΄ ανάγκη στα πλαίσια της πολιτικοοικονομικής φεουδαρχικής οργάνωσης με αποτέλεσμα να αποκτήσουν γρήγορα μεγάλες περιουσίες, χάνοντας έτσι το παλαιό χαρακτήρα των ασκητηρίων. Τα σημαντικότερα Αββαεία κατέστησαν ισχυροί οργανισμοί με κανονισμούς, ιεραρχία, διοίκηση, προσωπικό μέχρι και φρουρά. Οι δε Ηγούμενοι αυτών, οι Αβάδες, διαχειριζόμενοι μέγιστα εισοδήματα αναδείχθηκαν σε μεγάλες προσωπικότητες που στην εποχή της ακμής των Αββαείων άσκησαν όχι μόνο οικονομική αλλά και πολιτική επιρροή σε μεγάλη έκταση.


Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...


© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU
English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
abbey
(Lex). μονή, αβαείο, μοναστήριο

My English - GreekDownload this dictionary
abbey
Ουσ. μοναστήρι , το αββαείο.

Tapsis English Greek dictionaryDownload this dictionary
abbey
αβαείο


| abbey in English | abbey in French | abbey in Italian | abbey in Spanish | abbey in Dutch | abbey in Portuguese | abbey in German | abbey in Russian | abbey in Japanese | abbey in Korean | abbey in Turkish | abbey in Hebrew | abbey in Arabic | abbey in Thai | abbey in Polish | abbey in Czech | abbey in Latvian | abbey in Catalan | abbey in Croatian | abbey in Serbian | abbey in Albanian | abbey in Urdu | abbey in Bulgarian | abbey in Danish | abbey in Norwegian | abbey in Romanian | abbey in Swedish | abbey in Farsi | abbey in Macedonian | abbey in Latin | abbey in Hindi | abbey in Indonesian | abbey in Vietnamese | abbey in Malay