abandoned
επίθ.
εγκαταλελλειμένος, εγκαταλειμμένος, έκλυτος
abandon
ρήμ.
εγκαταλείπω, αφήνω, παραιτώ, παρατώ, αποχωρώ, παραδίδομαι
abandoned
(Lex**) εγκαταλειμμένος
abandoned
Επιθ. εγκαταλειμμένος, έκθετος, παρατημένος//
παραδομένος (πχ. στις απολαύσεις, στην ευχαρίστηση κτλ),
abandon
Ρημ. παρατώ , εγκαταλείπω, αφήνω
Ουσ. έλλειψη αυτοσυγκράτησης ή αναστολών
abandoned
εγκατάλειψε, εγκαταλειμμένος
abandon
ΡΗΜ.: εγκαταλείπω
ΟΥΣ.: αμεριμνησία