aarden
άργιλος, πήλινος
{
clay
}
aard (de)
φύση, ουσία, χαρακτήρας, ιδιότητα
{
Nature
}
προσωπικότης, προσωπικότητα, ατομικότης
{
personality
}
χαρακτήρας, γράμμα, είδος, ήρωας...
{
character
}
τύπος, τυπογραφικό στοιχείο
{
type
}
επιδερμίδα, όψη, χροιά, δέρμα προσώπου
{
complexion
}
aarden
χωματένιος
26aχωμάτινος
25c-
aarden muur de
χωματένιος τοίχος ο
wennen
gewoon zijn
wennen aan
συvηθίζω, συvήθισα