aanzien
καταλαβαίνω, βλέπω
{
see
}
θεωρώ, εξετάζω, λαμβάνω υπ' όψιν,...
{
consider
}
θεωρώ, υπολήπτομαι, αφορώ
{
regard
}
aanzien (het)
σέβας, σεβασμός, εκτίμηση
{
respect
}
επίμονο βλέμμα, σέβας, υπόληψη, προσοχή,...
{
regard
}
υποστήριξη, έκφραση, φυσιογνωμία, όψη,...
{
countenance
}
aanzien
όψη η
14aik ken hem enkel van ziens
τον ξέρω μόνο απ΄όψη
voorkomen
όψη η