aanvallen
προσβάλλω, επιτίθεμαι
{
attack
}
επιβαρύνω, επιφορτίζω, ζητώ,...
{
charge
}
προσυμφωνώ, μισθώνω, ενασχολώ,...
{
engage
}
aanvallen (het)
aanval (de)
επίθεσις, βίαιη επίθεση, προσβολή
{
assault
}
γόμωση, δαπάνη, έξοδα, επιβάρυνση,...
{
charge
}
σπασμός, παροξυσμός
{
fit
}
aanvallen