aankondigen
γνωστοποιώ, ειδοποιώ, κοινοποιώ
{
notify
}
μαντεύω, προαναγγέλω, προμηνύω
{
presage
}
οιωνοσκοπώ, μαντεύω, προοιωνίζομαι
{
augur
}
aankondigen
αναγγέλλω, ανάγγειλα
34 αγγέλλω, άγγειλα
34-
aangekondigd worden/zijn
zich aankondigen
αναγγέλλομαι, αναγγέλθηκα
34