kijken naar, in het gezicht zien, uitzien over, bezien
-
αντικρίζω, αντίκρισα
37-
ik durf hem niet aankijken/in het gezicht zien
δεν τολμώ να τον αντικρίσω
-
hun huis ziet uit over gans het dorp
το σπίτι τους αντικρίζει όλο το χωριό
κοιτάζω, κοίταξα 36
κοιτάω, κοίταξα
42a-
bekeken worden/zijn
zich bekijken
κοιτάζομαι, κοιτάχτηκα
36-
κοιτάχτηκα στον καθρέφτη
ik bekeek mezelf in de spiegel
-
τον κοίταξε ο γιατρός.
de dokter onderzocht hem.
-
je zou kunnen helpen inplaats van alleen toe te kijken
θα μπορούσες να βοηθήσεις αντί να κοιτάζεις μόνο