aanhouden
αντιλαμβάνομαι, καταλαίνω, συλλαμβάνω,...
{
apprehend
}
συλλαμβάνω, κατακρατώ, σταματώ,...
{
arrest
}
κρατώ, διατηρώ, παρακρατώ, μισθώ
{
retain
}
αντέχω, διαρκώ, υποφέρω, υπομένω
{
endure
}
προεκβάλλω, παρατείνω, επιμηκύνω
{
prolong
}
aanhouden (de)
behouden
διατηρώ, διατήρησα