aangroei (de)
επαύξησις, επικάθηση, σχηματισμός
{
accretion
}
αύξηση, όγκος, ανάπτυξη, βλάστηση
{
growth
}
aangroeien
αυξάνω, προσγίνομαι, προκύπτω
{
accrue
}
αυξάνομαι, φύομαι, αυξάνω, γίνομαι,...
{
grow
}
αυξάνω, επαυξάνω, πληθαίνω, πληθύνω,...
{
increase
}
aangroei