aangrijpen
δράττομαι, αρπάζω
{
grasp
}
συλλαμβάνω, κατάσχω, αρπάζω
{
seize
}
συγκινώ, σκιρτώ, ανατριχιάζω, λαχταρώ
{
thrill
}
σαλεύω, ταράσσω, ταράσσομαι, ανακινώ,...
{
stir
}
aangrijpen
αρπάζω, άρπαξα
36αρπάχνω, άρπαξα
36
ontroeren
συγκινώ, συγκίνησα
-
ontroerd worden/zijn
συγκιvoύμαι, συγκιvήθηκα