aanduiden
υποδεικνύω, επισημαίνω, βρίσκομαι
{
point out
}
σημαίνω, δηλώ, δηλώνω, δείχνω, εμφαίνω
{
denote
}
δεικνύω, υποδεικνύω, υποδηλώνω, δείχνω,...
{
indicate
}
σημαίνω, δηλοποιώ, εκφράζω, δηλώ
{
signify
}
ορίζω, προσδιορίζω, διορίζω, καθορίζω
{
designate
}
aanduiden
begrenzen
ορίζω, όρισα
bepalen
(καθ)oρίζω, (καθ)όρισα
37-
we moeten een andere dag vastleggen/aanduiden
πρέπει να ορίσουμε μια άλλη μέρα
tonen
tonen (laten zien)
δείχvω, έδειξα
vastleggen
ορίζω, όρισα
vermelden