aandoening (de)
πάθηση, ασθένεια, αρρώστια
{
malady
}
αρρώστια, νόσημα, νόσος, ασθένεια
{
disease
}
ασθένεια, αρρώστεια, νόσημα, νόσος,...
{
illness
}
αγάπη, στοργή, πάθηση, περιπάθεια,...
{
affection
}
aandoening
aandoening (emotioneel)
συναίσθημα το
21b-
aandoening (ziekte)
ασθένεια η
12c