web
ουσ.
ιστός, ύφασμα, υφή, μεμβράνη
ρήμ.
περιπλέκω, συνυφαίνω
web
(Lex). δίκτυο, ιστός, πλέγμα, υφαντό
World Wide Web
(comp). Είναι μια συλλογή από κείμενα, γραφικά, βίντεο και ήχο σε δίκτυα υπολογιστών σ’όλο τον κόσμο. Τα έγγραφα είναι γραμμένα με hypertext, έναν ειδικό κώδικα που σου επιτρέπει να συνδέεσαι από ένα αρχείο web σ’ένα άλλο. Η πρόσβαση σ’αυτή την πληροφορία γίνετα
web
Ουσ. ιστός//
πλέγμα, υφή//
διαδίκτυο//
νηκτική μεμβράνη (ορνιθ.)
Ρημ. συλλαμβάνω στον ιστό
web
ιστός
le Web
διαδύκτιο (το)