Verein (der)
εταιρία, όμιλος, συνεταιρισμός, σχέση,...
{
association
}
εταιρεία, όμιλος, συντροφιά, λόχος,...
{
company
}
κοινωνία, εταιρία, σύλλογος, συντροφιά,...
{
society
}
ρόπαλο, μπαστούνι γκολφ, όμιλος, σπαθί...
{
club
}
vereinen
ενώ, συνενώ, ενούμαι, ενώνω
{
unite
}
συνδιαλλάσσω, συμφιλιώνω, συμβιβάζω
{
reconcile
}
συνενώνω, συνδυάζω, συνδυάζομαι, ενώνω
{
combine
}
Συνεταιρισμός