valer
κερδίζω, ωφελώ, ωφελούμαι
{
profit
}
valer
προστατεύω, προφυλάσσω, υποθάλπω
{
protect
}
εξυπηρετώ, υπηρετώ, σερβίρω, χρησιμεύω
{
serve
}
οφελώ, οφαιλούμαι, χρησιμεύω
{
avail
}
προκαλώ, γίνομαι αιτία, προξενώ
{
cause
}
στοιχίζω, κοστίζω, κοστολογώ
{
cost
}
χαρακώνω, χαράσσω, σκοράρω, σημειώ,...
{
score
}
ανέρχομαι, συμποσούμαι
{
amount
}
βαστάζω, συγκρατώ, κρατώ, κατέχω, πιάνω,...
{
hold
}
valere
vali
νομάρχης, έπαρχος, επιμελητής τάξεως
{
prefect
}
νομάρχης, τοποτηρητής, κυβερνήτης,...
{
governor
}
Βάλι (σκανδιναβική θεότητα)