tasse (fpl)
αμοιβή, δίδακτρα, τέλη
{
fee
}
είσπραξη, στρατολογία
{
levy
}
tassa (f)
καθήκο, χρέος, δασμός, βάρδια, φόρος
{
duty
}
αμοιβή, δίδακτρα, τέλη
{
fee
}
αξία, κόστος, τιμή, βαθμός, τάξη,...
{
rate
}
διόδια, κωδωνισμός, χτύπημα καμπάνας
{
toll
}
Tasse (die)
φλυτζάνι, φλιτζάνι, κύπελλο, βεντούζα,...
{
cup
}
tasse (f)
φλυτζάνι, φλιτζάνι, κύπελλο, βεντούζα,...
{
cup
}
γυαλλί, ποτήριο, ποτήρι, ύαλος,...
{
glass
}
tasser
συσκευάζω, πακετάρω, στριμώχνω
{
pack
}
εγκαθιστώ, ξοφλώ, αποκαθιστώ,...
{
settle
}
στριμώχνω, σφίγγω, στίβω, ζουλώ
{
squeeze
}
βάλλω, προσκολλώ, κόλλωμαι, κεντώ,...
{
stick
}
πατικώνω, εμπήγω, στουπώνω
{
tamp
}
serre
σφιχτός
serré
σφιχτός
tasser
πατικώνω
une tasse
φλιτζάνι (το)