tapping
ουσ.
τρύπημα, ελαφρός κτύπος, υποκλοπή τηλεφωνική
tap
ρήμ.
κτυπώ ελαφρώς, χτυπώ ελαφρώς, τρυπώ, τραβώ υγρό
tapping
(Lex**) τρύπημα
tap
Ουσ. βρύση, κρουνός //
συσκευή παγίδευσης τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, "κοριός"//
ελαφρό κτύπημα, κρούση//
άγγιγμα//
βύσμα σύνδεσης δικτύου (Η/Υ)Ρημ. κτυπώ σιγά, κτυπώ ελαφρά//
ανοίγω δοχείο οινοπνευματώδους ποτού (βαρέλι κτλ.)//
αξιοποιώ, επωφελούμαι//
κάνω παρακέντηση//
παγιδεύω τηλέφωνο, "βάζω κοριό"//
πιέζω, αγγίζω,