su
su
ακολουθώ, αρχίζω, έρχομαι, πέφτω, φθάνω
{
come on
}
επί, επάνω, εις, προς, κατά, εμπρός
{
on
}
από πάνω, υπέρ, επί, πέρα
{
over
}
περί, σχετικά με, για, γύρω από, επάνω
{
about
}
ως, όσο αφορά, προς, εν σχέσει με,...
{
concerning
}
αποπάνω, υπεράνω, πάρα πολύ, πλέον
{
over
}
άνωθεν, ανώτερος σε βαθμό, από πάνω,...
{
above
}
su
χυμός, ζουμί, υγρό, πηγή ενέργειας,...
{
juice
}
όριο, τέρμα, προορισμός
{
bourne
}
όριο, τέρμα, προορισμός
{
bourn
}
şu
su (m)
μάθηση, σοφία, μόρφωση, γνώση,...
{
learning
}
εκπαίδευση, αγωγή, παιδεία, μόρφωση,...
{
education
}
ενημερότης, ενημερότητα, επίγνωση, γνώση
{
awareness
}
savoir
ξέρω, γνωρίζω, αναγνωρίζω, ξεχωρίζω, έχω...
{
know
}
καταλαβαίνω, βλέπω
{
see
}
savoir
γνωρίζω, ξέρω