state
ρήμ.
εκθέτω, αναφέρω, δηλώνω
επίθ.
κρατικός, πολιτειακός
ουσ.
δημόσιο, κατάσταση, πολιτεία, κράτος, τελετή
state
(Lex**) κράτος
state (country)
(Lex*) κράτος (χώρα)
state (situation)
(Lex*) κράτος (κατάσταση)
state
Ουσ. κατάσταση, το σύνολο των συνθηκών,//
κράτος, πολιτεία//
αναστάτωση, κατάσταση έντασης//
βαθμός , θέση , τάξη//
επισημο αξίωμα, επισημότητα//
διαίρεση ομοσπονδου κράτους, πολιτεία
Επίθ. κρατικός, δημόσιος, πολιτειακός//
επίσημος
Ρημ. δηλώνω, αναφέρω, λέγω, διατυπώνω, επεξηγώ
state
δηλώνω,
κατάσταση, πολιτεία, πολιτειακός
state
δηλώνω