Staat (der)
δημόσιο, κατάσταση, πολιτεία, κράτος,...
{
state
}
πατρίδα, πατρίς, ύπαιθρος, χώρα, εξοχή
{
country
}
staat (de)
δημόσιο, κατάσταση, πολιτεία, κράτος,...
{
state
}
όρος, προϋπόθεση, κατάσταση, θέση
{
condition
}
πολιτεία, πολίτευμα
{
polity
}
κληρονομούμενη περιουσία, τσιφλίκι,...
{
estate
}
χάλι, κατάσταση, σοβαρή κατάσταση
{
plight
}
αναξιόχρεο, αφερεγγυότητα, χρεοκοπία
{
insolvency
}
staan
κείμαι, στέκομαι, στέκω, ίσταμαι,...
{
stand
}
είναι, γίνομαι, υπάρχω
{
be
}
αντικρύζω, ατενίζω
{
face
}
staat
κράτoς o / πoλιτεία η
-
staat, in staat tot
ικαvός για