Sex organ

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Γεννητικά όργανα
Γεννητικά όργανα θεωρούνται τα μέρη του σώματος που συντάσουν το σύστημα αναπαραγωγής ενός σύνθετου οργανισμού. Χωρίζονται σε εσωτερικά και εξωτερικά, ανάλογα με τη θέση τους εντός ή εκτός του σώματος, αν έρχονται δηλαδή σε επαφή με το εξωτερικό περιβάλλον ή όχι.Τα εξωτερικά γεννητικά όργανα του άνδρα είναι το πέος και το όσχεο (ο θύλακας των όρχεων) και τα εσωτερικά οι όρχεις, η επιδιδυμίδα, ο σπερματικός πόρος και ο προστάτης. Της γυναίκας εξωτερικό γεννητικό όργανο είναι το αιδοίο και εσωτερικά ο κόλπος, η μήτρα, οι ωοθήκες και οι σάλπιγγες.Κατηγορία:Ανατομία
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define Sex organ

Translate Sex organ





Sex organ in Chinese | | Sex organ in English | Sex organ in French | Sex organ in Italian | Sex organ in Spanish | Sex organ in Dutch | Sex organ in Portuguese | Sex organ in German | Sex organ in Japanese | Sex organ in Arabic | Sex organ in Swedish