série
ακολουθία, σειρά, αλληλουχία,...
{
sequence
}
serie (f)
ακολουθία, σειρά, αλληλουχία,...
{
sequence
}
τάξη, φορμάρισμα, δύση, σερβίτσιο,...
{
set
}
σειρά, τάξη, έκταση, αχτίνα, απόσταση,...
{
range
}
δέμα, πακέτο, δέσμη, ομάδα, ομάς, αγέλη
{
pack
}
ακολουθία, ειρμός, ουρά φορέματος,...
{
train
}
κλωστή, σπείρωμα βίδας, νήμα
{
thread
}
serie (f)
ακολουθία, σειρά, αλληλουχία,...
{
sequence
}
τάξη, φορμάρισμα, δύση, σερβίτσιο,...
{
set
}
σπάγγος, χορδή, αλυσίδα, ορμαθός, σειρά,...
{
string
}
γύρος, κύκλος, βολή, κρέας από τον μηρόν
{
round
}
αράδα, γραμμή, σειρά, στίχος, είδος,...
{
line
}
σειρά, τάξη, έκταση, αχτίνα, απόσταση,...
{
range
}
ακολουθία, ειρμός, ουρά φορέματος,...
{
train
}
serio
σοβαρός, σπουδαίος, αισθητός
{
serious
}
ένθερμος, καπάρο, σοβαρός
{
earnest
}
κρίσιμος, επικριτικός, κριτικός
{
critical
}
Serie (die)
ακολουθία, σειρά, αλληλουχία,...
{
sequence
}
δημοσίευμα εις τεύχη, επιφυλλίδα
{
serial
}
serie (de)
ακολουθία, σειρά, αλληλουχία,...
{
sequence
}
γύρος, κύκλος, βολή, κρέας από τον μηρόν
{
round
}
τάξη, φορμάρισμα, δύση, σερβίτσιο,...
{
set
}