schema (m)
συνδυασμός, σχεδιάγραμμα, σχέδιο,...
{
scheme
}
περίγραμμα, σχεδιάγραμμα, υποτύπωση,...
{
outline
}
διάγραμμα, σχηματική παράσταση
{
diagram
}
σκίτσο, σχεδιάγραμμα, σκιαγραφία,...
{
sketch
}
πλάνο, χάρτης, σχέδιο
{
plan
}
πατρόν, πρότυπο, υπόδειγμα, αχνάρι
{
pattern
}
νομοσχέδιο, προσχέδιο, συναλλαγματική,...
{
draft
}
Schema (das)
συνδυασμός, σχεδιάγραμμα, σχέδιο,...
{
scheme
}
πλάνο, χάρτης, σχέδιο
{
plan
}
διάγραμμα, σχηματική παράσταση
{
diagram
}
schema (het)
διάγραμμα, σχηματική παράσταση
{
diagram
}
συνδυασμός, σχεδιάγραμμα, σχέδιο,...
{
scheme
}
πλάνο, χάρτης, σχέδιο
{
plan
}
schéma (m)
διάγραμμα, σχηματική παράσταση
{
diagram
}
σκίτσο, σχεδιάγραμμα, σκιαγραφία,...
{
sketch
}
περίγραμμα, σχεδιάγραμμα, υποτύπωση,...
{
outline
}
schema
(Lex**) σχήμα