rente
rentar
περνώ από, προσπερνώ, παραβλέπω
{
pass by
}
κομπάζω, αλαζονεύομαι, κορδόνομαι
{
swagger
}
περπαταώ καμαρωτά, στηρίζω, βαδίζω...
{
strut
}
rentar
σχίζω, αποχωρίζω
{
rend
}
ενοικιάζω, νοικιάζω, ενοικιάζομαι,...
{
rent
}
αναδίδω, παράγω, παρουσιάζω, προξενώ,...
{
produce
}
υποχωρώ, ενδίδω, αποφέρω, παράγω,...
{
yield
}
Rente (die)
εισόδημα, έσοδα, πρόσοδος
{
income
}
απολαβή, όφελος, ωφέλεια, κέρδος
{
profit
}
rente (de)
εκατοστιαία αναλογία, αναλογία τις...
{
percentage
}
rente (f)
ετήσιο εισόδημα, πρόσοδος
{
annuity
}