r (f)
resistere
ανθίσταμαι, αντέχω, αντιστέκομαι
{
resist
}
κείμαι, στέκομαι, στέκω, ίσταμαι,...
{
stand
}
αντέχω, διαρκώ, υποφέρω, υπομένω
{
endure
}
καθίζω, κάθημαι, επικάθημαι, συνεδριάζω,...
{
sit
}
διαμένω, σταματώ, στέκομαι, μένω,...
{
stay
}
r. (Radius)
r. (rechts)
επανορθώ, δικαιώ
{
right
}
δίκαιος, σωστός, κατάλληλος, δεξιός
{
right
}
ορθώς, κατ' ευθείαν, ίσια
{
right
}
δίκιο, καλό, δικαίωμα, δεξιά
{
Right
}
r
R
Ουσ. ρ, το δέκατο όγδοο γράμμα του αγγλικού αλφαβήτου