para
εις, προς, μέχρι, για
{
to
}
για, υπέρ, διά, ένεκα, χάριν, εις, επί,...
{
for
}
εν, εις, σε, εντός, μέσα
{
in
}
επάνω εις, επάνω σε
{
onto
}
προς, πλησίον, περί
{
toward
}
parar
παύω, διακόπτω, σταματώ
{
cease
}
σταθμεύω, σταματώ, παύω, μένω
{
stop
}
αμφιταλαντεύομαι, χωλαίνω, σταματώ
{
halt
}
παύω, σταματώ, διστάζω
{
pause
}
στηρίζομαι, αναπαύω, αναπαύομαι,...
{
repose
}
αναπαύομαι, ξεκουράζω, αναπαύω, στηρίζω,...
{
rest
}
parir
απορρίπτω, πετώ, ρίπτω, χύνω μέταλλο
{
cast
}
γεννώ, γεννώ αγελάδα
{
calve
}
γεννώ σκυλάκια, εξαπατώ
{
pup
}
para
για, υπέρ, διά, ένεκα, χάριν, εις, επί,...
{
for
}
εις, προς, μέχρι, για
{
to
}
εν, εις, κατά, στο, στη, στον
{
at
}
parar
σταθμεύω, σταματώ, παύω, μένω
{
stop
}
αμφιταλαντεύομαι, χωλαίνω, σταματώ
{
halt
}
περατώνω, τελειώνω
{
end
}
αποκτώ, λαμβάνω, κερδίζω, παίρνω,...
{
get
}
αποτρέπω, εμποδίζω
{
deter
}
συγκρατώ, τσεκάρω, αναχαιτίζω, ελέγχω,...
{
check
}
τσακώνω, συλλαμβάνω, αντιλαμβάνομαι,...
{
catch
}
parir
ανέχομαι, αντέχω, φέρω, υποφέρω,...
{
bear
}
περιποιούμαι ως μητέρα
{
mother
}
αναδίδω, παράγω, παρουσιάζω, προξενώ,...
{
produce
}
προκαλώ, γίνομαι αιτία, προξενώ
{
cause
}
γεννώ σκυλάκια, εξαπατώ
{
pup
}
γεννώ, ρίπτω σκουπίδια άτακτα
{
litter
}
γεννώ, γεννώ αγελάδα
{
calve
}
para (f)
parà (m)
parare
στολίζω, κοσμώ, χρωματίζω, διακοσμώ,...
{
decorate
}
προασπίζω, αποκρύπτω
{
shield
}
αποκρούω, αποφεύγω, αποκρούω χτύπημα
{
parry
}
para
para (de)