novo
φρέσκος, φρέσκο, νωπός, νέος, δροσερός,...
{
fresh
}
καινούργιος, καινουργής, πρόσφατος,...
{
new
}
νεώτερος, νέος, σύγχρονος, μοντέρνος
{
modern
}
νέος, καινοφανής
{
novel
}
παράξενος, μυστήριος, ξένος
{
strange
}
χλωρός, πράσινος, νέος, αδαής, άπειρος,...
{
green
}
Nova (die)
nova
nova (f)
nova
Ουσ. νόβα, αστέρι το οποίο αυξάνει ξαφνικά για κάποια χρονική περίοδο τη λάμψη του και έπειτα επανέρχεται στην αρχική του φωτεινότητα, νέο αστέρι, καινοφανής αστέρας