nato
ιθαγενής, εγχώριος, γενέθλιος, έμφυτος,...
{
native
}
nato
ιθαγενής, εγχώριος, γενέθλιος, έμφυτος,...
{
native
}
ñato
άσχημος, κακοκαμωμένος
{
ugly
}
ñato (m)
nato
γεννημένος, το γένος
{
nee
}
nascere
εγείρομαι, σηκώνομαι, υψούμαι, ανατέλλω
{
rise
}
εγείρομαι, σηκώνομαι
{
arise
}
παράγω, εξάγω, παίρνω, βρίσκω, αντλώ
{
derive
}
πηγάζω, προέρχομαι, γεννώ, γεννιέμαι,...
{
originate
}
έρχομαι, φθάνω, παριστάνω, γίνομαι
{
come
}
αυξάνομαι, φύομαι, αυξάνω, γίνομαι,...
{
grow
}
NATO (Nordatlantikpakt Organisation)
North Atlantic Treaty Organization
Ουσ. ΝΑΤΟ, Νοτιοαντλαντική συμμαχία